Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Περιμένουν εισβολή του ISIS στην Ελλάδα;

Τι λένε οι ξένοι πράκτορες και ποια τα πλάνα της αντιτρομοκρατικής

Σε συλλήψεις πολλών πιθανών μελών του ISIS έχει ήδη προβεί η αντιτρομοκρατική υπηρεσία έπειτα από εφόδους σε κρησφύγετα, κυρίως της δυτικής Αττικής. Επιβεβαιώνοντας πλήρως όσα από καιρό έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σχετικά με την καθόλου αθώα εισβολή «κατατρεγμένων» λαθρομεταναστών στην ελληνική επικράτεια, το ρωσικό ειδησεογραφικό δίκτυο Sputnik κάνει λόγο για εισβολή εκπαιδευμένων ανταρτών του ISIS στην Ελλάδα!

Όπως επισημαίνεται στο σχετικό ρεπορτάζ, οι λαθρέμποροι (Τούρκοι, όπως ξέρουμε, στην συντριπτική τους πλειοψηφία) περνούν κρυφά μαχητές του Ισλαμικού Κράτους στην Ευρώπη με βάρκες γεμάτες μετανάστες χωρίς ταυτότητα και τα έσοδα τα χρησιμοποιούν για να στηρίξουν οικονομικά την τρομοκρατία.

Αυτό επιβεβαίωσε και η υπηρεσία Eurojust που συντονίζει το δικαστικό έργο στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεκάδες χιλιάδες (λαθρο)μετανάστες από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή διέσχισαν τη Μεσόγειο από τις αρχές του 2015 και ζητούν άσυλο στην Ευρώπη, αφού πρώτα καταπλεύσουν στην Ιταλία, την Ελλάδα και τη Μάλτα (το πρώτο εξάμηνο του 2015, υπολογίζεται ότι έχουν εισέλθει στην Ελλάδα περί τους 97.000 λαθρομετανάστες).

Ο εισαγγελέας

Η αρχιεισαγγελέας και επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας της Ε.Ε. Βελγίδα Michele Coninsx, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα ότι έχει πληροφορίες για την εισδοχή μελών του ISIL στην Ευρώπη από τις δικαστικές αρχές χωρών – μελών της Ε.Ε. και ότι η κατάσταση δεν έχει προκαλέσει συναγερμό.
«Δεν τους μετράμε, δεν έχουμε αριθμό και, για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι έχει κανείς», ομολόγησε στους δημοσιογράφους.
Οι χώρες της νότιας Ευρώπης έχουν επανειλημμένα εκφράσει φόβους ότι ισλαμιστές αντάρτες μπορεί να κρύβονται ανάμεσα σε μετανάστες. Οι ανησυχίες αυτές έχουν ενισχυθεί από τις πρόσφατες επιτυχίες του ISIL, που κερδίζει έδαφος στη Βόρεια Αφρική και ιδιαίτερα σε πολλές παραλιακές πόλεις της Λιβύης, καταλήγει η ανταπόκριση του ρωσικού ειδησεογραφικού πρακτορείου.

Ισλαμικό Τόξο

Στην δημιουργία Διεθνούς Ισλαμικής Ταξιαρχίας προχώρησαν η Τουρκία και η Ουκρανία(!) με έδρα την Χερσώνα και απώτερο στόχο την «απελευθέρωση» της Κριμαίας, προκαλώντας, όπως είναι ευνόητο, για δεύτερη φορά, μετά την επέμβαση στη Συρία, την οργή της Μόσχας.

Η απόφαση αυτή ελήφθη σε συνάντηση στο ξενοδοχείο Bilkent στην Άγκυρα (Τουρκία) την 1η Αυγούστου 2015 του Ουκρανού υπουργού Εξωτερικών, Pavlo Klimkin, και του τούρκου αναπληρωτή πρωθυπουργού, Nurran Kurtulmu, παράλληλα με το «Β’ Παγκόσμιο Συνέδριο των Τατάρων».

Ο Μουσταφά Αbdulcemil Cemilolu, ιστορικός ηγέτης των αντι-ρώσων Τατάρων και συνεργάτης της CIA στη διάρκεια της προεδρίας Ρέιγκαν, ανακοίνωσε εκ μέρους της ουκρανικής κυβέρνησης τη δημιουργία της Διεθνούς Ισλαμικής Ταξιαρχίας για να αντιταχθεί στις «αποσχιστικές τάσεις των Ρώσων της Κριμαίας»…
read more "Περιμένουν εισβολή του ISIS στην Ελλάδα; "

Τα Βαλκάνια ως μαλακό υπογάστριο

Ο παραδοσιακός "ρόλος" των Βαλκανίων ως το μαλακό υπογάστριο της υπόλοιπης Ηπειρωτικής και όχι μόνο, Ευρώπης, δείχνει να επιβεβαιώνεται με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και κυρίως σε σχέση με την ύπαρξη του Ισλαμικού κράτους και τις προσπάθειες τόσο αυτού όσο και πολλών άλλων Τζιχαντιστικών ομάδων να εισέλθουν στην Ευρώπη.


Ο Γάλλος πρεσβευτής στις ΗΠΑ σε μια πρόσφατη συνέντευξη του δήλωσε ότι η πλειονότητα πολεμικών όπλων όπως ΑΚ-47, στη χώρα του που βρίσκονται στα χέρια Ισλαμιστών και εγκληματιών προέρχονται από τα Βαλκάνια. Επιπλέον οι επιθέσεις στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 2015, διεξήχθησαν με Καλάσνικοφ από τη Βοσνία, όπως ο παρόν ιστότοπος είχε αποκαλύψει με σχετικές λεπτομέρειες.
("Βαλκανική "εμπλοκή" στην επίθεση στο Παρίσι")

Επιπροσθέτως τα Βαλκάνια εξακολουθούν να παραμένουν ένας βασικός άξονας διακίνησης ηρωίνης από το Αφγανιστάν προς την Ε.Ε., εισαγωγής και αναδιανομής κοκαΐνης από τη Νότια Αμερική, διακίνησης γυναικών και παράνομων μεταναστών, όπως και κέντρο ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Σε συνδυασμό με το λαθρεμπόριο όπλων και άλλες έκνομες και λίαν σοβαρές εγκληματικές δραστηριότητες (εμπόριο οργάνων, παράνομες αγοραπωλησίες βρεφών, άτυπο δουλεμπόριο, λαθρεμπόριο καυσίμων, ηλεκτρονικό έγκλημα, κοντραμπάντο καπνού, τοκογλυφίες-παρατράπεζες, και διακίνηση απομιμήσεων), ο συνολικός τζίρος του οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή ξεπερνά τα 70 δις Ευρώ και αποτελεί σημαντικό τμήμα του ΑΕΠ.

Η περαιτέρω πτώση του βιοτικού επιπέδου και της Ελλάδος σε άθροισμα των δυσεπίλυτων κοινωνικό-οικονομικών προβλημάτων των γειτονικών χωρών θα μετατρέψει όλα τα Βαλκάνια με μαθηματική ακρίβεια τα επόμενα έτη στο "Μεξικό" της Ε.Ε. Προφανώς αυτό το περιβάλλον αποτελεί το ιδανικό εφαλτήριο για την εξάπλωση πάσης φύσεως τρομοκρατικών ομάδων από τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι χώρα της περιοχής όπως η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία υποτίθεται ότι βρίσκεται κοντά στην ένταξη της στην Ε.Ε., είναι τοποθετημένη, από τις αρχές του 2014 στη μαύρη λίστα της επιτροπής ενάντια στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην ίδια σειρά μαζί με τη Βόρεια Κορέα και συναφή καθεστώτα. Το 2011 η ΓΙΟΥΡΟΠΟΛ σε ειδική έκθεση της επεσήμανε ότι διακινούνται 4 εκατομμύρια όπλα στα Βαλκάνια από λαθρεμπόρους και το γεγονός αυτό αποτελεί μείζονα απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της Ευρώπης.

Μεταξύ 2006-2009 Αλβανικές κρατικές εταιρείες όπλων είχαν εμπλακεί σε διεθνή σκάνδαλα προώθησης παράνομου οπλισμού σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, Τσάντ, Λιβύη, Σουδάν ενώ από το 2011 και εντεύθεν η Αλβανία, το Μαυροβούνιο, η Βοσνία, Σερβία αλλά και η Κροατία αποτελούν χώρες αποστολής μαζικού παράνομου οπλισμού που καταλήγει εν πολλοίς στα χέρια τρομοκρατών στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική.

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προστεθούν τα θέματα της ύπαρξης ισχυρότατων κυκλωμάτων προμήθειας πλαστών εγγράφων όπως διαβατηρίων, ταξιδιωτικών θεωρήσεων, διπλωμάτων οδήγησης, τίτλων σπουδών και αστυνομικών ταυτοτήτων. Ασφαλώς η ενδημική διαφθορά στους δημόσιους τομείς διευκολύνει έτι περαιτέρω τόσο οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα όσο και παραστρατιωτικά και τρομοκρατικά, εντείνοντας διαρκώς το ζήτημα και τις σχετικές ανησυχίες. Η πληθώρα συστημάτων άτυπων πληρωμών και διακίνησης κεφαλαίων όπως το σύστημα «Χαβάλα» αλλά και χιλιάδες εταιρείες βιτρίνες, προωθούν επιπλέον την αρνητική δυναμική όλων των ανωτέρω καταστάσεων.

Οι αυξανόμενες αγοραπωλησίες φορητού οπλισμού και εκρηκτικών που παρατηρούνται τους τελευταίους μήνες στα Δυτικά Βαλκάνια σε συνδυασμό με την έκρυθμη κατάσταση στα Σκόπια,επιβαρύνουν επιπλέον την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, σε άθροισμα της επιστροφής ουκ ολίγων Αλβανών και Βόσνιων Τζιχαντιστών στους τόπους καταγωγής τους.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξουν νέες επιθέσεις Τζιχαντιστών στην ΕΕ το προσεχές διάστημα και λίαν πιθανό με άμεση ή έμμεση σύνδεση με τις Βαλκανικές χώρες.
read more "Τα Βαλκάνια ως μαλακό υπογάστριο "

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Μέκκα

Μέκκα



Συντεταγμένες: 21°25′21″N 39°49′34″E ·
Μέκκα
Μέκκα
Χώρα Σαουδική Αραβία Σαουδική Αραβία
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Osama Al-Bar
Έκταση 850 χλμ²
Υψόμετρο 300 μ
Πληθυσμός 1.700.000(2007)
Ιστοσελίδα Mecca Municipality
Η Κάαμπα μετά τις προσευχές της Παρασκευής
Η Μέκκα ή Μάκκα (πλήρες όνομα, Μάκκα αλ-Μουκάραμα, στην αραβική, مكة المكرمة‎) αποτελεί την ιερότερη πόλη των Μουσουλμάνων. Σύμφωνα με την Ισλάμική πίστη οι πιστοί πρέπει να στρέφονται προς τη Μέκκα για να εκπληρώσουν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις (Ναμάζ). Όλα τα τζαμιά είναι προσανατολισμένα προς την Κάαμπα στη Μέκκα. Ο προφήτης των Μουσουλμάνων, ο Μωάμεθ, γεννήθηκε στη Μέκκα. Πιστεύεται ότι το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων, το [[Κοράνιο], δόθηκε από τον Θεό στον προφήτη Μωάμεθ το 610 Κ.Χ. στη Μέκκα. Η πόλη υπήρξε κάτω από Οθωμανική κυριαρχία κατά τα έτη 1517-1917.
Κάθε χρόνο χιλιάδες πιστοί συρρέουν στην πόλη αυτή κατά την περίοδο του ετήσιου προσκυνήματος. Μετά την επίσκεψή τους στη Μέκκα, οι πιστοί αποκτούν το τίτλο του Χατζή. Οι μη μουσουλμάνοι απαγορεύεται να επισκεφτούν την πόλη.

Ιστορία

Η Μέκκα και ο προφήτης Μωάμεθ

Ο Μωάμεθ γεννήθηκε στη Μέκκα το 570, γι' αυτό και η πόλη αποτελεί σημαντικό τόπο για όλο το Ισλάμ από τότε μέχρι και σήμερα. Ο Μωάμεθ ανήκε σε μία πατριά, τους Χασεμίτες, μέρος της φυλής των Κουραϊσιτών που κυβερνούσε. Στο γειτονικό όρος Χίρα αναφέρεται ότι ο προφήτης είχε τη θεϊκή αποκάλυψη από τον αρχάγγελο Γαβριήλ το 610 και ξεκίνησε το κήρυγμα ενός αβρααμικού μονοθεϊσμού σε αντίθεση με τον παγανισμό και πολυθεϊσμό της πόλης του. Μετά από 13 χρόνια συνεχούς αντίθεσης και διαμάχης με τις παγανιστικές φυλές της Μέκκα που δεν τον αποδέχθηκαν, ο Μωάμεθ μετανάστευσε το 622 με τους συντρόφους του στην πόλη Γιαθρίμπ ( η Αιθρίβη των Βυζαντινών), η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Μεδίνα. Το ταξίδι αυτό ονομάστηκε μετανάστευση (Χιτζρ), στα ελληνικά Εγίρα, και είναι η αρχή του μουσουλμανικού ημερολογίου. Η διαμάχη μεταξύ των μουσουλμάνων και των Κουραϊσιτών, οι οποίοι παρέμεναν πολυθεϊστές, συνεχίστηκε και έλαβε διαστάσεις ένοπλων συγκρούσεων. Στη μάχη του Μπαντρ έξω από τη Μεδίνα οι μουσουλμάνοι νίκησαν τους Κουραϊσίτες, ενώ οι κάτοικοι της Μέκκα νίκησαν στη μάχη του Ουχούντ. Η προσπάθεια της Μέκκα να υποτάξει το Ισλάμ όμως δεν ήταν μακροπρόθεσμα επιτυχής, και κατά τη μάχη των χαρακωμάτων το 627 έξω από τη Μέκκα οι ενωμένες αραβικές δυνάμεις ηττήθηκαν από τους οπαδούς του Μωάμεθ.
Το 628 ο προφήτης και οι υποστηρικτές του προσπάθησαν να εισέλθουν στη Μέκκα ως προσκυνητές, αλλά εμποδίστηκαν από τους Κουράς. Η τελική συμφωνία του Χουνταϊμπιγιάχ μεταξύ των δύο ομάδων επέτρεψε στους μουσουλμάνους την είσοδο στην πόλη για προσκύνημα τον επόμενο χρόνο. Δύο χρόνια αργότερα οι Κουράς παραβίασαν τη συμφωνία, σκοτώνοντας μία ομάδα μουσουλμάνων με συνέπεια ο Μωάμεθ και ένα σύνολο 10.000 ατόμων να επιτεθούν στη Μέκκα. Η πόλη παραδόθηκε στους μουσουλμάνους που παραχώρησαν αμνηστία στους κατοίκους. Το τοπικό παγανιστικό ιερό καταστράφηκε από τον Μωάμεθ και η ίδια τοποθεσία αφιερώθηκε στη λατρεία του Αλλάχ, ενώ καθορίστηκε ως ο πιο ιερός τόπος λατρείας για το Ισλάμ, κέντρο προσευχής και ένας από τους πέντε πυλώνες της πίστης. Ο Μωάμεθ διακήρυξε ότι η είσοδος σε αλλόθρησκους στην πόλη πλέον απαγορεύεται, και επέστρεψε στη Μεδίνα αφήνοντας τον Ακίμπ Ιμπν Ουσαίντ κυβερνήτη της Μέκκα.
Ο θάνατος του Μωάμεθ το 632 δεν ανέκοψε την ενωτική πορεία όλων των εξισλαμισμένων αραβικών λαών ως ένα ισλαμικό έθνος (Ούμα), ενώ η επέκταση του Ισλάμ ήταν έντονη τον επόμενο αιώνα από τη βόρεια Αφρική ως την κεντρική Ασία και μέρη της Ευρώπης. Με την άνθηση της αραβικής μουσουλμανικής αυτοκρατορίας, η Μέκκα αποτέλεσε χώρος προσέλευσης πιστών όχι μόνο από τις αραβικές περιοχές, αλλά από μουσουλμάνους από όλο τον κόσμο, για την τέλεση της ετήσιας λατρείας. Η πόλη παράλληλα αποτέλεσε πόλο έλξης λόγιων και σοφών, πιστών που ήθελαν να ζουν κοντά στην Καάμπα, καθώς και ντόπιων για την εξυπηρέτηση των πιστών. Η πρόσβαση γινόταν είτε μέσω του λιμανιού της Τζέντα, ή με καραβάνια από τη Συρία και το Ιράκ.

Μεσαιωνική και πρόσφατη ιστορία

Η Μέκκα δεν αποτέλεσε ποτέ πρωτεύουσα των μουσουλμανικών κρατών και βασιλείων, αλλά όλοι οι μουσουλμάνοι ηγέτες συνεισέφεραν στη διατήρησή της. Κατά τις περιόδους βασιλείας του Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ (634-644) και του Οθμάν ιμπν Αφφάν (644-656), οι χαλίφηδες έφεραν χριστιανούς μηχανικούς ώστε να εξασφαλίσουν την πόλη από τον κίνδυνο πλημμυρών, κατασκευάζοντας φράγματα και αναχώματα γύρω από την Κάαμπα.
Η πορεία του Μωάμεθ στη Μεδίνα έβαλε τη Μέκκα στο περιθώριο, ιδιαίτερα κατά την εξουσία του χαλιφάτου των Ουμαγιαδών, οι οποίοι επέλεξαν τη Δαμασκό στη Συρία ως πρωτεύουσα. Το χαλιφάτο των Αμπασιδών μετέφερε την πρωτεύουσα στη Βαγδάτη, στο σημερινό Ιράκ, η οποία και παρέμεινε το κέντρο της ισλαμικής αυτοκρατορίας για περισσότερα από 500 χρόνια. Η Μέκκα μπήκε ξανά στο προσκήνιο της πολιτικής ιστορίας του Ισλάμ όταν καταλήφθηκε από τον Αμπντ-Αλλάχ Ιμπν Αλ-Ζουμπαίρ, αντίπαλο των Ουμαγιαδών χαλίφηδων, και αργότερα επίσης κατά την πολιορκία της από τον χαλίφη Γιαζίντ τον Α' το 683. Η πολιτική σημασία της πόλης παρέμεινε όμως γενικά χαμηλή, ενώ αποτελούσε πόλη λατρείας και σπουδής κάτω από την εξουσία των Χασεμιτών Σαρίφ.
Το 930 η Μέκκα δέχθηκε την επίθεση των Καρματιδών, μίας σέκτας μουσουλμάνων με ηγέτη τον Αμπού Ταχίρ Αλ-Τζαναμπί με έδρα την ανατολική Αραβία, και λεηλατήθηκε. Αργότερα, το 1349, η πόλη βίωσε σημαντικές απώλειες από πανδημία πανώλης. Το 1517, ο Σαρίφ της Μέκκας, Μπαρακάτ Μπιν Μοχάμεντ, αναγνώρισε την εξουσία του σουλτάνου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αν και διατήρησε ένα σημαντικό βαθμό τοπικής αυτονομίας.
Το 1803 η πόλη καταλήφθηκε από το πρώτο βασίλειο των Σαούντ και παρέμεινε στην εξουσία τους μέχρι το 1813. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα στην εικόνα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία είχε τον έλεγχο της ιερής πόλης από το 1517. Οι Οθωμανοί ανέθεσαν την αποστολή ανακατάληψης της πόλης στον ισχυρό αντιβασιλέα της Αιγύπτου, Μοχάμεντ Αλί Πασά, ο οποίος κατάφερε το 1813 να ανακτήσει την πόλη.

Σαουδική Αραβία

Τον Ιούνιο το 1916 ο Σαρίφ της Μέκκα, Χουσεΐν Μπιν Αλί, διακήρυξε την επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τη Μέκκα, η οποία ήταν και η πρώτη πόλη που καταλήφθηκε μετά την ομώνυμη μάχη. Ο Χουσεΐν ίδρυσε ένα νέο κράτος, το βασίλειο του Χεζάζ, και ανακήρυξε τη Μέκκα πρωτεύουσα του νέου βασιλείου. Μετά τη μάχη της Μέκκα το 1924, η οικογένεια Σαούντ ανέτρεψε τον Σαρίφ και η Μέκκα ενσωματώθηκε στη Σαουδική Αραβία.
Στις 20 Νοεμβρίου του 1979, περίπου 200 ένοπλοι αντιφρονούντες με ηγέτη τον Σαουδάραβα ιερέα Ζουχαϊμάν Αλ-Οταϊμπί κατέλαβαν το Μεγάλο Τζαμί, ισχυριζόμενοι ότι η βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας δεν αντιπροσωπεύει πλέον το αγνό Ισλάμ και το ιερό τέμενος και η Κάαμπα πρέπει να ανήκουν στους πραγματικά πιστούς. Οι ένοπλοι κράτησαν δεκάδες χιλιάδες πιστών ως ομήρους και αποκλείστηκαν στο τζαμί. Η πολιορκία τους κράτησε δύο εβδομάδες και είχε ως συνέπεια αρκετές εκατοντάδες θανάτους και υλικές ζημιές. Η τελική επίθεση απελευθέρωσης των ομήρων έγινε από δυνάμεις του Πακιστάν με την υποστήριξη Γάλλων κομάντο.

Εξωτερικές συνδέσεις

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

read more "Μέκκα"

Μωάμεθ

Μωάμεθ

(Ανακατεύθυνση από Προφήτης Μωάμεθ)
Μωάμεθ
تخطيط إسم محمد.png
Πραγματικό όνομα ابو القاسم محمد ابن عبد الله ابن عبد المطلب ابن هاشم
Γέννηση 571
Μέκκα, Αραβία
Θάνατος 8 Ιουνίου 632 (61 ετών)
Μεδίνα, Αραβία
Εθνικότητα Άραβας
Εν ενεργεία 583-609 ως έμπορος
609-632 ως θρησκευτικός ηγέτης
Θρησκεία Ισλάμ
Σύζυγος Είχε 11 έως 13 συζύγους
Τέκνα Φάτιμα κ.α.
Τόπος κοιμήσεως Τέμενος του Προφήτη, Μεδίνα, Σαουδική Αραβία
Εργοδότης (ως έμπορος): Αμπού Ταλίμπ
Διάδοχος Αμπού Μπακρ (ως σουνίτης ηγέτης)
Αλί ιμπν Αμπού Τάλιμπ (ως σιίτης)
Αντίπαλοι Πολυθεϊστές (609-630)
Γονείς Αμπντ Αλλάχ (πατέρας)
Αμίνα (μητέρα)
Το όνομα του Προφήτη ( «η ειρήνη του Θεού ας είναι μαζί του») στα αραβικά, στον τοίχο του Παλαιού Τζαμιού στο Εντιρνέ (Αδριανούπολη).
Ο Μωάμεθ ή Μουχάμμαντ (571 - 8 Ιουνίου 632) ήταν Άραβας ηγέτης από τη Μέκκα, ο οποίος ένωσε την Αραβία σε ένα ενιαίο θρησκευτικό κράτος υπό το Ισλάμ. Θεωρείται από τους Μουσουλμάνους ότι υπήρξε ο τελευταίος προφήτης ο οποίος στάλθηκε για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα με το άγγελμα του Ισλάμ. Ο Μωάμεθ καθόρισε με το θρησκευτικό του μήνυμα και τις πολιτικές-κοινωνικές πρωτοβουλίες του την εξέλιξη του αραβικού κόσμου και επηρέασε την ανθρώπινη ιστορία. Σύμφωνα με το Ιερό Κοράνιο, ο Μωάμεθ είναι «Προφήτης» και «Απόστολος του Θεού», «ο τελευταίος αγγελιοφόρος» του Θεού ο οποίος στάλθηκε για να αποσαφηνίσει τις Γραφές στους πιστούς. (Κοράνιο 2:101· 5:13-19· 9:32, 33)
Σύμφωνα με τους παραδοσιακούς Μουσουλμάνους βιογράφους, γεννήθηκε περίπου το έτος 571 μ.Χ. στη Μέκκα (Μακκά) και πέθανε στις 8 Ιουνίου 632 μ.Χ. στη Μεδίνα (Μαντίνα)· και οι δυο αυτές πόλεις βρίσκονται στην περιοχή Χετζάζ της σημερινής Σαουδικής Αραβίας. Κατά γράμμα, Μωάμεθ σημαίνει «ιδιαίτερα αξιέπαινος» στην αραβική γλώσσα.

Ονόματα

Το κοινό όνομα Μουχαμάντ, που δηλώνει τον «αξιύμνητο», αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινής προσευχής των μουσουλμάνων και συνοδεύεται από τη φράση «η ειρήνη και ευλογία του Θεού ας είναι μαζί του» (σαλά αλλάχου αλάϊχι ουά σαλάμ). Φαίνεται πως ήταν σε περιορισμένη χρήση ήδη πριν το Ισλάμ. Το πλήρες όνομά του, σύμφωνα με τους κανόνες της αραβικής ονοματοδοσίας, είναι Αμπού αλ Κασίμ Μουχαμάντ ιμπν Αμπνταλλάχ αλ Χασιμί αλ Κουρασί. Το πρώτο μέρος του (Αμπού Αλ-Κασίμ) υποδηλώνει πως υπήρξε πατέρας ενός αγοριού, ονόματι Αλ-Κασίμ, που πέθανε πρόωρα. Αμπνταλλάχ είναι το όνομα του πατέρα του, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του ονόματος δείχνει πως ανήκε στην πατριά Χασίμ, της φυλής Κουραΐς (Quraysh).
Ο Μωάμεθ απαντάται επίσης διαφορετικά με δεκάδες «ιερά ονόματα» τα οποία, κατά το Ισλάμ, τού δόθηκαν από το Θεό και χρησιμοποιούνται σε προσευχές και λιτανείες. Πιο σημαντικό από αυτά θεωρείται το όνομα Αχμάντ («περισσότερο αξιύμνητος»). Συχνή είναι επίσης η χρήση των όρων ναμπί («προφήτης») και ρασούλ Αλλάχ («απόστολος του Θεού»), όπως καταγράφονται και στο Κοράνιο, όταν ο Μωάμεθ αναφέρεται σε δεύτερο πρόσωπο[1][2]. H επίκληση «υπηρέτης» του Θεού συναντάται επίσης στο Κοράνιο, καθώς και άλλα επίθετα που σχετίζονται με την αποστολή του, όπως «αναγγέλων», «προειδοποιητής», «μάρτυρας», κ.ά. Το όνομα Μουχαμάντ χρησιμοποιείται στο Κοράνιο τέσσερις φορές[3][4] και αποτελεί πλέον το πιο συνηθισμένο ανδρικό όνομα στον ισλαμικό κόσμο[5]. Πολυάριθμοι κατάλογοι υφίστανται, με τα «ευγενή ονόματα» (al-asmā al-sharīfa) του Μωάμεθ, ορισμένοι περιλαμβάνοντας 99 ονόματα και άλλοι λιγότερα ή περισσότερα.

Ο Μωάμεθ ως ιστορικό πρόσωπο

Πηγές

Περισσότερο αξιόπιστη πηγή για τη ζωή του προφήτη Μωάμεθ θεωρείται το Κοράνιο, που είναι ωστόσο και η πλέον δύσκολη σε ό,τι αφορά τη χρήση της για την άντληση ιστορικών στοιχείων[6]. Οι πρώιμες προσπάθειες καταγραφής γεγονότων που σχετίζονταν με τη ζωή του Μωάμεθ δύσκολα θα κατατάσσονταν στο είδος της βιογραφίας όπως αυτό εννοείται σήμερα. Περιλαμβάνουν έργα που καταγράφουν τις πολεμικές εκστρατείες του (maghāzī) και συγχωνεύτηκαν από νωρίς με άλλες παραδοσιακές και προφορικές αφηγήσεις για τον προφήτη (σίρα), παραδοσιακές ερμηνείες του Κορανίου (ταφσίρ) και ρήσεις του Μωάμεθ (βλ. χαντίθ). Οι πηγές αυτές μεταφέρθηκαν προφορικά από γενιά σε γενιά πριν περάσουν στο γραπτό λόγο και καθώς δεν είχαν ως πρωταρχικό στόχο την καταγραφή της ζωής του Μωάμεθ εκτιμώνται από τους μελετητές υπό το πρίσμα του σκοπού που καθεμία καλείται να υπηρετήσει. Η προφορική παράδοση παραμένει ωστόσο σημαντική για την κατανόηση του προφήτη Μωάμεθ κατά το Ισλάμ[5].
Παράλληλα με το Κοράνιο, εκτενής είναι η χρήση έργων του 3ου και 4ου αιώνα της ισλαμικής εποχής. Σημαντικότερο θεωρείται η σίρα του Ιμπν Ισχάκ (θ. 151/768), η οποία δε διατηρείται στην αυθεντική της μορφή αλλά είναι γνωστή μέσα από τις αναθεωρήσεις των Ιμπν Χισάμ (Ibn Hishām_ και Γιουνούς ιμπν Μπουκαΐρ (Yūnus ibn Bukayr), ή αποσπάσματά της, όπως αυτά παραδίδονται από άλλες πηγές. Γνωστό είναι επίσης το έργο του αλ-Γουακιντί (θ. 207/822-3), που επικρίνεται ως αναξιόπιστο από ορισμένους μελετητές, καθώς και του γραμματέα του, Ιμπν Σαντ, το οποίο εκτιμάται περισσότερο.[7]
Η αυθεντικότητα των χαντίθ και η αξιοπιστία τους, σε ό,τι αφορά την άντληση έγκυρων πληροφοριών για το βίο του Μωάμεθ, παραμένει πεδίο διένεξης των μελετητών[8].

Βίος

Γεννήθηκε στη Μέκκα αλλά η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι γνωστή. Τοποθετείται περίπου το 570, κατά το «έτος του ελέφαντα»[9], με βάση την ηλικία του θανάτου του, τα χρόνια της παρουσίας του στη Μέκκα και στη Μεδίνα, και την καθιερωμένη άποψη πως ήταν περίπου σαράντα ετών όταν ξεκίνησε να κηρύττει ως προφήτης. Σύμφωνα με τον Ιμπν Ισχάκ, και όπως είναι ευρύτερα αποδεκτό, γεννήθηκε κατά τον τρίτο μήνα του ισλαμικού ημερολογίου (Rabi' al-awwal). Αρκετά ποιήματα υποστηρίζουν την υπόθεση πως ανήκε στην επιφανή πατριά της Μέκκας Μπανού Χασίμ, η οποία ωστόσο φαίνεται πως δεν ευημερούσε κατά την περίοδο του Μωάμεθ[10]. Ο πατέρας του, Αμπντ Αλλάχ, πέθανε λίγους μήνες πριν τη γέννησή του[11][12], ενώ η μητέρα του, Αμίνα, πέθανε όταν ο Μωάμεθ ήταν έξι ετών. Την ανατροφή του ανέλαβε τότε ο παππούς του και ο θείος του[13]. Η έμφαση που δίνεται στις ισλαμικές κοινωνίες γύρω από την προστασία των ορφανών πηγάζει εν μέρει από το γεγονός πως ο ίδιος ο Μωάμεθ υπήρξε ορφανός[5]. Το οικογενειακό δέντρο της μητέρας του συνδεόταν πιθανώς με τη Μεδίνα, χωρίς να διευκρινίζεται σαφώς με ποιο τρόπο. Για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια λίγα είναι γνωστά, ενώ οι σχετικές πηγές έχουν περιορισμένη αξία για την εξέταση του ιστορικού Μωάμεθ.
Κατά την παράδοση, η Αμίνα έστειλε το βρέφος στην έρημο, τηρώντας έτσι το έθιμο επιφανών οικογενειών της εποχής, μέσα από το οποίο κάποιος διδασκόταν την αυτοπειθαρχία και ερχόταν σε επαφή με τις αραβικές παραδόσεις. Στην έρημο πέρασε αρκετά χρόνια και τέθηκε υπό την φροντίδα της φτωχής Χαλιμά, από την φυλή των Μπανού Σαντ[14]. Σε νεαρή ηλικία ταξίδεψε στη Συρία συνοδεύοντας για εμπορικούς σκοπούς τον θείο του, Αμπού Ταλίμπ. Σύμφωνα με μία από τις παραλλαγές αυτής της εξιστόρησης, συνάντησαν στη διαδρομή έναν χριστιανό μοναχό, ονόματι Μπαχίρα, ο οποίος προέβλεψε το μέλλον του νεαρού Μωάμεθ. Από τις βιογραφικές πηγές διαφαίνεται πως ο Μωάμεθ απέκτησε εμπειρία στο εμπόριο, γεγονός που ίσως συνδέεται με το κοινό αραβικό όνομα Αμίν (δηλ. έμπιστος, φερέγγυος) που του δόθηκε στη νεότητά του και καταγράφεται από πληθώρα πηγών. Σε ηλικία 25 ετών νυμφεύτηκε την πλούσια χήρα Χαντίτζα, η οποία εικάζεται πως τον είχε προσλάβει στην υπηρεσία της για να χειρίζεται τις εμπορικές υποθέσεις της. Εκείνη ήταν κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη σε ηλικία και ο γάμος τους υπήρξε ο πλέον ευτυχισμένος στη ζωή του Μωάμεθ[15]. Κατά την παράδοση, η Χαντιτζά ήταν σαράντα ετών όταν παντρεύτηκε τον Μωάμεθ, ωστόσο υποστηρίζεται επίσης πως ενδεχομένως ήταν κατά πολύ νεότερη. Ο Αμπντουλάχ ιμπν Μασούντ αναφέρει την ηλικία των 28 ετών που κατά μία άποψη μοιάζει πιθανότερη με δεδομένο πως μετά το γάμο της γέννησε έξι παιδιά[16]. Έζησε με την Χαντίτζα περίπου 25 χρόνια, αποκτώντας τέσσερις κόρες και αρκετούς γιους, οι οποίοι ωστόσο πέθαναν σε νηπιακή ηλικία. Στο διάστημα αυτό δεν παντρεύτηκε άλλη γυναίκα, παρά το γεγονός πως η πολυγαμία ήταν επιτρεπτή και συνήθης. Τόσο η Χαντιτζά, που ανήκει στις αγίες κατά το Ισλάμ, όσο και η Φάτιμα αντιμετωπίζονται με μεγάλη θρησκευτική ευλάβεια. Κατά τη διάρκεια του γάμου του, ο Μωάμεθ αποφάσισε να απελευθερώσει και να υιοθετήσει τον δούλο του, Ζαΐντ, ο οποίος παρέμεινε στην υπηρεσία του για αρκετά χρόνια. Από το γάμο του με τη Χαντίτζα μέχρι την ηλικία των σαράντα περίπου ετών, σχεδόν τίποτα δεν είναι γνωστό για το βίο του.

Η περίοδος στη Μέκκα

Περσική μινιατούρα με θέμα την αποκάλυψη του Γαβριήλ στον Μωάμεθ (1307)
Ανήσυχη θρησκευτική φύση ο Μωάμεθ, φιλοσοφούσε πάνω σε προβλήματα της ζωής, της κοινωνίας, της αδικίας, της τελικής παγκόσμιας κρίσης και συχνά αποζητούσε τη μοναξιά των πολλών σπηλαίων στα όρη κοντά στην πόλη του, όπου καθόταν βυθισμένος σε περισυλλογή. Είναι δύσκολο να καθοριστεί σε ποιο βαθμό επηρεάστηκε από τις μονοθεϊστικές ιδέες και τα κινήματα που ήταν γνωστά στην Αραβία των αρχών του 7ου αιώνα. Έχει υποστηριχθεί πως η ανάδειξη του Μωάμεθ σε θρησκευτικό ηγέτη συντελέστηκε σταδιακά, μέσα από εκτεταμένες περιόδους στοχασμού[17], ωστόσο κατά την ισλαμική παράδοση αυτό συνέβη σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή με την αποκάλυψη του αρχάγγελου Γαβριήλ. Στο σπήλαιο του Χίρα κοντά στη Μέκκα, ο Μωάμεθ, σε ηλικία περίπου 40 ετών (610 μ.Χ.) και κατά το μήνα του Ραμαντάν, οραματίστηκε τον Γαβριήλ στη μορφή ενός άνδρα, που τον βεβαίωσε ότι θα ήταν «ο απεσταλμένος του Θεού». Στη συνέχεια του ζήτησε να «απαγγείλει»[18] και τον ασπάστηκε. Επανέλαβε το αίτημα τρεις φορές πριν του αποκαλυφθούν για πρώτη φορά στίχοι του Κορανίου (σούρα αλ Άλακ, 96:1-5). Σύμφωνα με την παράδοση, μεσολάβησαν τρία χρόνια μεταξύ της πρώτης αποκάλυψης και του δημόσιου κηρύγματος του Μωάμεθ. Η παύση (αλ-φάτρα) αυτή - που στην πραγματικότητα μέσα από διαφορετικές αφηγήσεις προσδιορίζεται μεταξύ έξι μηνών και δυόμιση ετών[19] - παραμένει αίνιγμα και πιθανώς προκύπτει από τις προσπάθειες των βιογράφων του να ανακατασκευάσουν τη σωστή χρονική αλληλουχία των γεγονότων της ζωής του, όπως αυτά προκύπτουν, όμως, μέσα από αντιφατικές πηγές[20]. Η Χαντιτζά ήταν η πρώτη που ασπάστηκε το μήνυμα του Μωάμεθ και τον πίστεψε ως προφήτη[21]. Μεταξύ των πρώτων υπήρξαν ακόμα ο φίλος του Αμπού Μπακρ, καθώς και ο εξάδελφός του, Αλί, πριν ο κύκλος των ακολούθων του μεγαλώσει περισσότερο περιλαμβάνοντας επίσης τον θείο του, Χαμζάζ, αλλά και γνωστές προσωπικότητες της Μέκκας[22]. Παράλληλα, ο Μωάμεθ γνώρισε και σκληρή εναντίωση. Μέρος αυτής πήγαζε από την αντίληψη πως η νέα θρησκεία που κήρυττε την πίστη σε έναν Θεό και ήταν αντίθετη στην ειδωλολατρεία και τον πολυθεϊσμό θα έθετε σε κίνδυνο την προνομιούχο θέση της Κάαμπας, που ήταν σημαντικό θρησκευτικό κέντρο διαφορετικών φυλών και συνεπώς θα επηρέαζε τις εμπορικές δραστηριότητες που συνόδευαν τις μετακινήσεις πιστών στη Μέκκα[5]. Πολυάριθμες παραδόσεις κάνουν λόγο για την εχθρότητα που γνώρισε ο Μωάμεθ από τους πολυθεϊστές της Μέκκας. Οι διώξεις των ακολούθων του πιθανώς υπήρξε ένας από τους κύριους λόγους για την προσωρινή μετανάστευση ορισμένων στην Αβησσυνία. Κεντρικά θέματα στο πρώιμο κήρυγμά του ήταν η ηθική του ανθρώπου, η ευθύνη του απέναντι στο δημιουργό του, η τελική κρίση και η ανάσταση των νεκρών, με ζωντανές περιγραφές των απολαύσεων που θα ακολουθούσαν τους πιστούς στον παράδεισο και των μαρτυρίων όσων κατέληγαν στην κόλαση. Οι νέες θρησκευτικές ιδέες του σχετίζονται στο Κοράνιο με όλους τους «λαούς του Βιβλίου», στους οποίους ανήκουν ακόμα οι χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες. Κατά την παραμονή του στη Μέκκα, διαφαίνεται πως ο Μωάμεθ δεν στόχευε στη δημιουργία μιας νέας θρησκείας, αλλά λειτουργούσε ως προφήτης των Αράβων, προσπαθώντας να προειδοποιήσει για την επερχόμενη ημέρα της κρίσεως[23].
Ένα από τα αμφιλεγόμενα περιστατικά του βίου του στη Μέκκα καταγράφεται από τον Πέρση ιστορικό Αλ Ταμπαρί και τον Ιμπν Σαντ. Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση[24], κατά τη διάρκεια που ο Μωάμεθ απήγγειλε τη σουρά Αλ Νατζμ, ο σατανάς παρενέβη στο λόγο του προσθέτοντας δύο στίχους που οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως ο Μωάμεθ αποδεχόταν την ύπαρξη τριών θεοτήτων της Μέκκας[25]. Την αλήθεια περί των «σατανικών στίχων» αποκάλυψε αργότερα στον Μωάμεθ ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Η ιστορία αυτή απορρίπτεται από την πλειοψηφία των μουσουλμάνων ως μεταγενέστερη εφεύρεση, αντίθετα με τους περισσότερους Ευρωπαίους βιογράφους του Μωάμεθ[26]. Στα επιχειρήματα υπέρ της ιστορικής βάσης της ιστορίας ανήκει το γεγονός πως διασώζονται αρκετές παραλλαγές της, και πως εφόσον οι μουσουλμάνοι την αρνούνται κατηγορηματικά ως υποτιμητική, θα ήταν παράλογο να επινοήσουν την ιστορία αυτή μεταγενέστερα. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να διαθέτει συμβολική αξία, υποδηλώνοντας πως ο μονοθεϊσμός του Μωάμεθ διαμορφώθηκε σταδιακά[27]. Από την άλλη πλευρά, η πληθώρα παραλλαγών και κυρίως οι ασυνέπειες μεταξύ τους αποτελεί συγχρόνως αντεπιχείρημα, ενώ έχει υποστηριχτεί επίσης πως οι «σατανικοί στίχοι» είναι ξένοι προς το εννοιολογικό πλαίσιο της σουράς Αλ Νατζμ και εν γένει με το μήνυμα του Ισλάμ. Επιπλέον υποστηρίζεται πως η λέξη al gharaniq, που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό των γυναικείων θεοτήτων από τον Μωάμεθ στους «σατανικούς στίχους», δε συναντάται σε καμία άλλη λογοτεχνική αναφορά ή παραδοσιακή αφήγηση με παρόμοιο τρόπο[28].
Μινιατούρα που απεικονίζει στιγμιότυπο από το Ισράα και Μιιράτζ, με τον Μωάμεθ πάνω σε φτερωτό άλογο, από το Jami' al-Tawarikh του Rashid al-Din (Περσία, 1307, σήμερα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου).
Το 619, ο θάνατος της Χαντιτζά και του θείου του Αμπού Ταλίμπ επηρέασαν βαθιά τον Μωάμεθ, την ίδια εποχή που η προσπάθεια διάδοσης του μηνύματός του αποτύγχανε. Σύμφωνα με ορισμένες αφηγήσεις (σίρα), σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της ζωής του έλαβαν χώρα δύο θαύματα, το Ισράα («Νυχτερινό Ταξίδι»)[29], που αναφέρεται στο ταξίδι του Μωάμεθ από τη Μέκκα στο τέμενος Αλ-Ακσά των Ιεροσολύμων πάνω σε φτερωτό άλογο (Μπουράκ) μέσα σε μια νύχτα[30], και το Μιιράτζ («Ανάληψη»), που περιγράφει την ανάληψη του Μωάμεθ. Ο Ιμπν Σαντ διαχωρίζει τα δύο γεγονότα και τοποθετεί την ανάληψη κατά τη νύχτα της 27ης ημέρας του Ραμαντάν, δεκαοκτώ μήνες πριν τη Χίτζρα (φυγή στη Μεδίνα), ενώ το νυχτερινό ταξίδι τη δέκατη έβδομη νύχτα πριν τη Χίτζρα. Ο Ιμπν Χισάμ παραδίδει αντίθετα πως τα δύο γεγονότα προηγήθηκαν του θανάτου της Χαντίτζα και του Αμπού Ταλίμπ, ενώ ο Αλ Ταμπαρί αναφέρεται μόνο στην ανάληψη του Μωάμεθ που, κατά τον ίδιο, συνέβη πολύ νωρίτερα, πριν ακόμα ξεκινήσει το δημόσιο κήρυγμά του. Η μεταγενέστερη ισλαμική παράδοση συνδύασε τελικά τις δύο ιστορίες σε μία, με τέτοιο τρόπο ώστε μετά το πέρας του «νυχτερινού ταξιδιού» του Μωάμεθ στην Ιερουσαλήμ να ακολουθεί η ανάληψή του. Η Ιερουσαλήμ θεωρείται για αυτό το λόγο τρίτη ιερότερη πόλη για τους μουσουλμάνους, μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα.[31] Σύμφωνα με την παράδοση, ο Μωάμεθ ανέβηκε στους επτά ουρανούς, όπου τον καλωσόρισαν όλοι οι προφήτες του παρελθόντος, μεταξύ αυτών ο Ιησούς και ο Μωυσής. Επιπλέον, ο Θεός του αποκάλυψε την τελική μορφή και αριθμό των καθημερινών προσευχών, δίνοτας ακόμα μια σειρά από εντολές που παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με τις Δέκα εντολές του Μωυσή[32][33]. Πιστεύεται, από τους παραδοσιακούς μουσουλμάνους, ότι η ανάληψη του Μωάμεθ υπήρξε όχι μόνο πνευματική εμπειρία αλλά και υλικής υπόστασης, όπως ισχύει και στη χριστιανική πίστη με την ανάληψη του Ιησού. Άλλοι σύγχρονοι μελετητές αποδέχονται το Μιιράτζ μόνο ως πνευματική εμπειρία[5]. Παρόμοιες αποκαλύψεις ο Μωάμεθ βίωσε στη συνέχεια, μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος θεωρούσε πως αποτελούσαν θεϊκές οδηγίες, τις οποίες υπαγόρευε κατόπιν στους συντρόφους του. Τόσο η πρώτη αποκάλυψη του Γαβριήλ, όσο και η εμπειρία του Ισράα, περιγράφονται από τον Μωάμεθ ως οπτικές εμπειρίες, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες που χαρακτηρίζονται ως αποκλειστικά ακουστικές. Στη διάρκεια αυτών, ο Μωάμεθ βίωνε πόνο και ίδρωνε υπερβολικά, παρουσιάζοντας συμπτώματα παρόμοια με αυτά της μαλάριας.[34].
Χωρίς να έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια διάδοσης του μηνύματος του Ισλάμ, την περίοδο 620-1 ο Μωάμεθ ήρθε σε επαφή με αντιπροσωπείες από την πόλη Γιαθρίμπ (Yathrib), βόρεια της Μέκκας, αποτελούμενη από μέλη των δύο σημαντικότερων φυλών της πόλης που σταδιακά ασπάστηκαν το Ισλάμ. Μετά από μία καθοριστική συνάντηση στην πόλη Αλ-Ακαμπάχ το 622, επισημοποιήθηκε συμφωνία με τους κατοίκους της Γιαθρίμπ ώστε ο Μωάμεθ και οι ακόλουθοί του να μετεγκατασταθούν στην πόλη, όπου θα απολάμβαναν προστασία. Τότε, ο Μωάμεθ έδωσε εντολή στους πιστούς να εγκαταλείψουν τη Μέκκα διακριτικά, σε μικρές ομάδες. Ο ίδιος αναχώρησε για τη Γιαθρίμπ συνοδευόμενος από τον Αμπού Μπακρ. Η φυλή των Κουραΐς είχε ήδη αποφασίσει να εξοντώσει τον Μωάμεθ, ο οποίος τελικά κατάφερε να διαφύγει. Σύμφωνα με παραδοσιακή ισλαμική εξιστόρηση, που απορρίπτεται από την πλειοψηφία των σύγχρονων ιστορικών της Δύσης[5], ο Μωάμεθ κρύφτηκε σε σπηλιά η οποία κατόπιν καλύφθηκε από ιστούς αραχνών και σπηλιές πουλιών. Όταν μέλη των Κουραΐς έφθασαν στη σπηλιά, αποφάσισαν να μην εισέλθουν καθώς οι απείραχτοι ιστοί μαρτυρούσαν πως κανένας δεν θα μπορούσε να είχε κρυφτεί εκεί[35][36]. Η φυγή του Μωάμεθ, γνωστή ως Εγίρα ή Χιτζρά (Hijra, αραβ. هِجْرَة) ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 622 και θεωρείται τόσο σημαντικό γεγονός στην ισλαμική ιστορία ώστε σηματοδοτεί την έναρξη του ισλαμικού ημερολογίου (βλ. έτος Εγίρας). Με την άφιξή του στη Γιαθρίμπ, η πόλη μετονομάστηκε «Μαντινάτ αλ Ναμπί», δηλαδή «πόλη του Προφήτη», ή Μεδίνα.

Η περίοδος στη Μεδίνα

O Μωάμεθ έφτασε στο χωριό Κουμπά (Qubāʾ), σε μικρή απόσταση από τη Μεδίνα, μετά από ταξίδι είκοσι ημερών και εκεί διέταξε να χτιστεί το πρώτο τέμενος του Ισλάμ. Όταν εγκαταστάθηκε τελικά στη Μεδίνα, διαμορφώθηκε εκεί η πρώτη ισλαμική κοινότητα, αποτελούμενη αρχικά από τους εξόριστους της Μέκκας και τους κατοίκους της Μεδίνας που ασπάστηκαν το Ισλάμ. Από τις αραβικές φυλές, ο Μωάμεθ συνάντησε εναντίωση μόνο από λίγες οικογένειες. Αντιπαλότητες μεταξύ διαφορετικών φυλών συνέχισαν να διατηρούνται, ενώ σταθερή υπήρξε και η παρουσία μιας ισχυρής εβραϊκής παροικίας, της οποίας η εχθρότητα με τη νέα ισλαμική κοινότητα μεγάλωσε. Στο δεύτερο έτος της Εγίρας ο Μωάμεθ διαμόρφωσε το λεγόμενο «σύνταγμα της Μεδίνας», που αποτελούσε μια επίσημη γραπτή συμφωνία, μέσα από την οποία καθορίζονταν οι σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων και οικογενειών. Το κείμενο, όπως είναι γνωστό μέσα από το έργο του Ιμπν Ισχάκ, θεωρείται ενδεικτικό των διπλωματικών δεξιοτήτων του[37]. Ως ανώτερη αρχή για τη διευθέτηση οποιασδήποτε διαφωνίας αναγνωριζόταν ο Θεός και ο Μωάμεθ, ενώ παράλληλα διαμορφωνόταν μια ενιαία κοινότητα (ummah), σε ένα περίκλειστο έδαφος, ακόμα όχι αμιγώς μουσουλμανική καθώς περιλαμβάνονταν σε αυτή Εβραίοι και πολυθεϊστές[38][39]. Εν τέλει, ο Μωάμεθ κατέστη ο απόλυτος άρχων της κοινότητας, ως διοικητής, δικαστής, στρατιωτικός ηγέτης και προφήτης ταυτόχρονα[40]. Για τους μουσουλμάνους, αυτή υπήρξε η πρώτη ιδανική ισλαμική κοινωνία, όπου η ενσωμάτωση των διαφόρων φυλών, οικονομικών και κοινωνικών ομάδων, βασιζόταν στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης[5]. Ο Μωάμεθ διαχώρισε τα μέλη της κοινότητας σε εκείνους που είχαν μεταναστεύσει μαζί του από τη Μέκκα (muhajirun) και σε όσους είχαν προσηλυτιστεί στη Μεδίνα (ansar), επιβάλλοντας συγχρόνως κάθε μέλος της μιας ομάδας να «υιοθετήσει» ένα μέλος της άλλης στο οποίο θα πρόσφερε τη βοήθεια του, ενδυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο τις σχέσεις τους. Δεν είναι γνωστό με ακρίβεια το μέγεθος της πρώιμης μουσουλμανικής κοινότητας, ωστόσο παραδοσιακές εξιστορήσεις αναφέρουν πως έξι μήνες μετά την άφιξη του Μωάμεθ στη Μεδίνα αριθμούσε περίπου 1500 μέλη[41].
Την περίοδο αυτή, η εχθρότητα εκ μέρους των Κουραϊσιτών παρέμενε ισχυρή, όπως φαίνεται και από το γεγονός πως ορισμένοι οικειοποιήθηκαν τα υπάρχοντα και την περιουσία όσων κατέφυγαν στη Μεδίνα[42]. Με τη σειρά τους, εκείνοι πραγματοποιούσαν επιδρομές σε καραβάνια από τη Μέκκα από ή προς τη Συρία, προκειμένου να εξασφαλίσουν υπάρχοντα ίσης αξίας. Από τις συνολικά 74 επιδρομές που αριθμεί ο άραβας ιστορικός αλ-Γουακιντί, οι επτά χρονολογούνται στους πρώτους έντεκα μήνες μετά τη Χιτζρά, με συμμετοχή του Μωάμεθ κυρίως σε εκείνες που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 623[43]. Παράλληλα φρόντιζε να συγκεντρώνει πληροφορίες για τις κινήσεις των Κουραϊσιτών. Την ίδια περίοδο ο Μωάμεθ επικαλέστηκε νέα θεϊκή προσταγή (Κοράνιο 22:39-40) που από τους μουσουλμάνους ερμηνεύτηκε ως κήρυξη πολέμου στους ειδωλολάτρες Κουραΐσίτες της Μέκκας. Οι επιδρομές αυτές ήταν αναμφίβολα επικίνδυνες και ριψοκίνδυνες, καθώς τα καραβάνια συνοδεύονταν συνήθως από ένοπλη φρουρά ενώ η σχετική εμπειρία των μουσουλμάνων ήταν πολύ μικρή. Πέρα από το πρακτικό αποτέλεσμα της αντιμετώπισης της φτώχειας της κοινότητας, εξυπηρετούσαν πιθανώς μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους του Μωάμεθ, ο οποίος εξοπλισμένος με μια βαθιά πίστη στη θέληση του Θεού, όπως αυτή του αποκαλυπτόταν, παρέβλεψε τις αντικειμενικές δυσκολίες μιας πολεμικής σύγκρουσης με τη Μέκκα[44]. Συγχρόνως, η Μεδίνα πρόσφερε ορισμένα τακτικά πλεονεκτήματα λόγω της γεωγραφικής θέσης και της μορφολογίας του εδάφους της.
Μάχη του Μπαντρ
Το Μάρτιο του 624 πραγματοποιήθηκε μια από τις σημαντικότερες μάχες στην ιστορία του Ισλάμ, στην περιοχή Μπαντρ της δυτικής Αραβίας (σημ. Σαουδική Αραβία). Αντιμέτωποι ήταν περίπου 1000 Κουραϊσίτες και περίπου 300 μουσουλμάνοι οι οποίοι επιδίωξαν να στήσουν ενέδρα σε πλούσιο καραβάνι από τη Μέκκα, το οποίο προοριζόταν να σταθμεύσει στο Μπαντρ[45]. Ο διοικητής του καραβανιού, Αμπού Σουφιάν (Abu Sufyan), αντιλήφθηκε το σχέδιο των μουσουλμάνων και απέστειλε μήνυμα στη Μέκκα, με αποτέλεσμα σύντομα να σπεύσει στην περιοχή ο στρατός των Κουραϊσιτών, υπό τις οδηγίες του Αμπού Τζαλ. Αλλάζοντας την πορεία του, το καραβάνι έφτασε με ασφάλεια στη Μέκκα και όταν ο Μωάμεθ με τους συντρόφους κατέφθασαν στο Μπαντρ, ήρθαν τελικά αντιμέτωποι με το στρατό του Αμπού Τζαλ. Αρκετοί από το στρατό της Μέκκας επιθυμούσαν την αποφυγή της πολεμικής σύγκρουσης καθώς ανάμεσα στους μουσουλμάνους βρίσκονταν επίσης συγγενικά πρόσωπα ή μέλη της ίδιας πατρίας. Εισήλθαν έτσι στη μάχη με μεγάλη επιφύλαξη, σε αντίθεση με τους συντρόφους του Μωάμεθ, των οποίων το ηθικό αποδείχτηκε καθοριστικό για την έκβαση της σύγκρουσης, παρά το αριθμητικό μειονέκτημα[46]. Οι μουσουλμάνοι έχασαν 14 πολεμιστές στη μάχη. Από το στρατό των Κουραϊσιτών σκοτώθηκαν 49-70 άνδρες, με περίπου ισάριθμους αιχμαλώτους από τους οποίους ορισμένοι θανατώθηκαν ενώ άλλοι απελευθερώθηκαν έναντι καταβολής λύτρων[47][48]. Αν και με τα σύγχρονα δεδομένα η μάχη του Μπαντρ φαίνεται μικρής σημασίας, αποτέλεσε το σημαντικότερο ίσως στρατιωτικό γεγονός στην ισλαμική ιστορία, καθώς θεωρείται αρκετά πιθανό πως σε περίπτωση ήττας η πρώιμη μουσουλμανική κοινότητα θα κατέρρεε[49]. Για τους μουσουλμάνους, η νίκη στο Μπαντρ θεωρήθηκε αποτέλεσμα θεϊκής παρέμβασης, ενώ παράλληλα ενδυνάμωσε την πεποίθηση πως ο Μωάμεθ ήταν προφήτης και απόστολος του Θεού[50].
Μάχη του Ουχούντ
Μετά τη μάχη του Μπαντρ, ο Μωάμεθ εκδίωξε από τη Μεδίνα την εβραϊκή φυλή Καϊνούκα[51]. Επιπλέον συνεχίστηκαν οι επιδρομές σε καραβάνια που προέρχονταν από τη Μέκκα, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση των Κουραϊσιτών να λάβουν πιο δραστικά μέτρα. Το 624-5, με στρατό περίπου 3.000 ανδρών υπό τις οδηγίες του Αμπού Σουφιάν, κινήθηκαν προς τη Μεδίνα. Παρά την προτροπή αρκετών συντρόφων του να αμυνθούν εντός της Μεδίνας, ο Μωάμεθ επέλεξε να μεταφέρει το στρατό του στην πλαγιά του όρους Ουχούντ. Ενώ αρχικά η μάχη εξελισσόταν υπέρ τους, εξαιτίας της απειθαρχίας μιας ομάδας τοξοβόλων που εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, οι μουσουλμάνοι τελικά ηττήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή, ειδικά από τη στιγμή που διαδόθηκε πως ο Μωάμεθ είχε σκοτωθεί στη μάχη. Στην πραγματικότητα, ο Μωάμεθ είχε τραυματιστεί, ωστόσο κατάφερε να διασωθεί με τη βοήθεια συντρόφων του, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός πως ο στρατός των Κουραϊσιτών δεν επιδίωξε να συνεχίσει την επίθεσή του. Σε περίπτωση που ο στρατός του Αμπού Σουφιάν επέλεγε να κινηθεί προς τη Μεδίνα, θεωρείται μάλλον βέβαιο πως δεν θα μπορούσε να συναντήσει ισχυρή αντίσταση και ενώ αρχικά κατευθυνόταν πίσω στη Μέκκα επανεξετάστηκε το ενδεχόμενο να επιστρέψει τελικά στη Μεδίνα συνεχίζοντας την επίθεσή του[52]. Τελικά το ενδεχόμενο αυτό αποτράπηκε χάρη στην έμπνευση του Μωάμεθ να παραπλανήσει τον αντίπαλό του. Μια ομάδα βεδουίνων που ανήκε στη φυλή Khuza συνάντησε τυχαία τον Μωάμεθ και τους συντρόφους του. Κατόπιν σχεδίου, ο αρχηγός των βεδουίνων, ονόματι Μαμπάντ, έδωσε ψευδείς πληροφορίες στους Κουραϊσίτες, λέγοντας στον Αμπού Σουφιάν πως στην πορεία τους οι βεδουίνοι είχαν συναντήσει έναν πολυάριθμο μουσουλμανικό στρατό αποφασισμένο να πολεμήσει και να εκδικηθεί[53]. Αυτή η παραπλανητική πληροφορία απέτρεψε τελικά το στρατό της Μέκκας να εισβάλλει στη Μεδίνα.
Μάχη της Τάφρου
Κύριο λήμμα: Μάχη της Τάφρου
Το επόμενο διάστημα, ο Μωάμεθ διαπραγματεύτηκε συμμαχίες με διάφορες πατριές, ενώ παράλληλα διενεργούσε επιδρομές εναντίον άλλων εχθρικών φυλών επιδιώκοντας να αποτρέψει μια πιθανή στρατιωτική συνεργασία τους με τη Μέκκα. Δύο χρόνια μετά τη μάχη του Ουχούντ, η φήμη του Μωάμεθ είχε εξαπλωθεί και στη σφαίρα επιρροής του ανήκαν πλέον μακρινές περιοχές που εκτείνονταν μέχρι το νότο της Μέκκας και ανατολικά μέχρι την περιοχή της Γιάμαμα. Οι μουσουλμάνοι είχαν επιπλέον κατορθώσει να ελέγχουν τις εμπορικές οδούς προς τη Μέκκα, προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στην οικονομία της πόλης. Κατά το Νοέμβριο του 626, ήταν ήδη γνωστό πως ο Αμπού Σουφιάν ετοίμαζε μια μεγάλη στρατιωτική επιδρομή στη Μεδίνα. Κατά τον Ιμπν Ισχάκ, οι Ιουδαίοι που είχαν εκδιωχθεί νωρίτερα από τη Μεδίνα και κατέφυγαν στην περιοχή Χεϊμπάρ ήταν εκείνοι που έπεισαν τους Κουραϊσίτες της Μέκκας να επιτεθούν. Η εκδοχή αυτή αμφισβητείται, καθώς θεωρείται πιθανότερο πως η κρίσιμη οικονομική κατάσταση της Μέκκας ήταν από μόνη της ένα ισχυρότερο κίνητρο[54]. O στρατός της Μέκκας αριθμούσε περίπου 10.000 άνδρες που προέρχονταν από διάφορες φυλές. Περισσότεροι σε πλήθος ήταν οι Κουραϊσίτες (4.000 άνδρες) και οι βεδουίνοι Γαταφάν (περ. 2.000). Περίπου 700 άνδρες προέρχονταν ακόμα από τη φυλή Σουλαϊμ, ενώ οι υπόλοιποι από μικρότερες φυλές που συμμετείχαν είτε επί πληρωμή είτε με σκοπό να λάβουν μερίδιο από μελλοντικά λάφυρα[55]. Ο στρατός της Μεδίνας αριθμούσε περίπου 3.000 άνδρες και περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό της πόλης. Σε αντίθεση με τη μάχη του Ουχούντ, οι μουσουλμάνοι δεν αντιμετώπισαν τον αντίπαλο στρατό σε ανοικτό πεδίο. Επιπλέον, υιοθέτησαν μια αμυντική θωράκιση που περιλάμβανε την κατασκευή μιας τάφρου κατά μήκος του εδάφους που ήταν ανοικτό σε επίθεση από το αντίπαλο ιππικό, κυρίως στα βόρεια και ανατολικά. Η ιδέα της κατασκευής της τάφρου ανήκει μάλλον σε έναν Πέρση, πρώην δούλο, με το όνομα Σαλμάν, ο οποίος είχε βοηθηθεί στο παρελθόν από τον Μωάμεθ να αποκτήσει την ελευθερία του και είχε μεταστραφεί στο μουσουλμανισμό.
Ο στρατός της Μέκκας έφτασε στη Μεδίνα το Μάρτιο του 627 και στρατοπέδευσε στα βόρεια της πόλης. Η τάφρος αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο εμπόδιο για τους άνδρες του Αμπού Σουφιάν και για περίπου τρεις εβδομάδες οι δύο πλευρές παρέμειναν στις θέσεις τους. Στη διάρκεια της ανεπιτυχούς πολιορκίας της Μεδίνας τόσο ο Μωάμεθ όσο και ο Αμπού Σουφιάν επιχείρησαν να βρουν μια πολιτική λύση. Ο Μωάμεθ επιδίωξε να πείσει τους βεδουίνους Γαταφάν να αποχωρήσουν υποσχόμενος να τους παραχωρήσει το ένα τρίτο της σοδειάς χουρμάδων της Μεδίνας, ωστόσο η πρόταση αυτή βρήκε αντίθετους τους κτηματίες. Από τη δική του πλευρά, ο Αμπού Σουφιάν επιχείρησε να στρέψει τους Εβραίους Μπανού Κουρανταγιάχ (Bani Quraydhah) εναντίον των μουσουλμάνων, επίσης χωρίς επιτυχία. Καθώς η πολιορκία συνεχιζόταν η έλλειψη φαγητού και η κόπωση άρχισε να πλήττει το στρατό της Μέκκας. Μια ισχυρή κακοκαιρία που ξέσπασε προκαλώντας φθορές και απώλεια εξοπλισμού οδήγησε τελικά τον Αμπού Σουφιάν στην απόφαση να διατάξει την αποχώρηση του στρατού και τη λήξη της πολιορκίας.
Μετά την αποχώρηση του στρατού της Μέκκας, ο Μωάμεθ διέταξε την εξολόθρευση των Εβραίων Μπανού Κουρανταγιάχ, τους οποίους είχε προσεγγίσει ο Αμπού Σουφιάν στην προσπάθειά του να τους πείσει να επιτεθούν στους μουσουλμάνους από το νότο. Ο Ιμπν Ισχάκ δεν παραδίδει τα αίτια αυτής της επίθεσης στην εβραϊκή πατριά, αναφέροντας μόνο πως ο Μωάμεθ είχε δεχθεί θεϊκή εντολή. Παρά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Κουραϊσίτες, κατά την πολιορκία της Μεδίνας, δεν υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες που να επιβεβαιώνουν πως οι Μπανού Κουρανταγιάχ πράγματι πρόδοσαν τους μουσουλμάνους[56]. Ο Μωάμεθ πιθανώς διέβλεπε πως η εξόντωσή τους είχε σημαντικά πολιτικά οφέλη καθώς η στρατιωτική τους δύναμη ήταν σημαντική και μελλοντικά θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κίνδυνο για την ενότητα και ασφάλεια των μοουσουλμάνων. Επιπλέον, η εξολόθρευσή τους έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα προς τους εξόριστους εβραίους της Χεϊμπάρ.

Παραπομπές

  1. Encyclopaedia of the Quran (2001), τ. Α', σελ. 440
  2. Βλ. και Κοράνιο 8:64, 66:8
  3. Encyclopaedia of the Quran (2001), τ. Α', σελ. 501
  4. Βλ. Κοράνιο 3:144, 33:40, 47:2, 48:29
  5. "Muhammad". Encyclopædia Britannica. Encyclopædia Britannica Online. 2010.
  6. Encylopedia of Islam, σελ. 360
  7. Encylopedia of Islam, σελ. 361
  8. Turner (2006), σελ. 11
  9. Ως «έτος του ελέφαντα» αναφέρεται στην ισλαμική ιστορία το γεγονός της εισβολής του βασιλιά της Αβυσυνίας Αμπράχα στην Κάαμπα, με στρατό που περιλάμβανε ελέφαντες. Καταγράφεται στη σουρά 105 του Κορανίου και θεωρείται πιθανό πως στην πραγματικότητα έλαβε χώρα πριν το 570.
  10. Encylopedia of Islam, σελ. 362
  11. Meri (2006), σελ. 525
  12. Βλ. επίσης Κοράνιο, 93.6
  13. Robinson, Francis (εκδ.). Cambridge Illustrated History of the Islamic World, Cambridge University Press, 1996, σελ. 5
  14. Haykal (2005)
  15. Turner (2006), σελ. 15-6
  16. Ramadan (2007), σελ. 23
  17. Encyclopedia of Islam, σελ. 363
  18. Αλλιώς και να «διαβάσει», όπως μεταφράζεται διαφορετικά. Κατά τις παραδοσιακές ισλαμικές πηγές, ο όρος «απαγγελία» θεωρείται περισσότερο ακριβής.
  19. Ramadan (2007), σελ. 33
  20. Encyclopedia of Islam, σελ. 363
  21. Watt (1953), σελ. 86
  22. Nasr, Seyyed Hossein (2003). Islam, HarperCollins, ISBN 978-0-06-155642-5, σελ. 50
  23. Encyclopedia of Islam, σελ. 364
  24. Tabarı, Ta'rīkh, I, 1192, όπως παρατίθεται στο Hawting, G. R. The Idea of Idolatry and the Emergence of Islam: From Polemic to History, Cambridge University Press, 1999, σελ. 131-2. Ο Αλ Ταμπαρί μεταφέρει αφήγηση του Ιμπν Ισχάκ, η οποία ωστόσο δεν συναντάται στην αναθεωρημένη σίρα του Ιμπν Ισχάκ από τον Ιμπν Χισάμ.
  25. Πρόκειται για τις θεότητες Αλ Λατ, Αλ Ουζά και Μανάτ και τους στίχους «αυτές είναι που πετούν ψηλά / ευχόμενοι τη μεσολάβησή τους» (με παραλλαγές) αντί των στίχων 19-20 της σουράς 53 του Κορανίου. Ο όρος «σατανικοί στίχοι» που καθιερώθηκε ανήκει στον ιστορικό William Muir.
  26. Encyclopedia of Islam, σελ. 364
  27. Hawting, G. R. The Idea of Idolatry and the Emergence of Islam: From Polemic to History, Cambridge University Press, 1999, σελ. 134. Βλ. και Encyclopedia of Islam, σελ. 365
  28. Haykal (2005)
  29. Βλ. και Κοράνιο, 17 (σουρά Αλ-Ισρά)
  30. Ένα τέτοιο ταξίδι υπολογίζεται πως μπορούσε να πραγματοποιηθεί φυσιολογικά σε διάστημα μερικών εβδομάδων (βλ. και Ramadan, ό.π., σελ. 72)
  31. Encyclopedia of Islam, σελ 365-6
  32. Meri (2005), σελ. 527
  33. Βλ. σχετικά και Κοράνιο 17:23-38
  34. Gabriel (2007), σελ. 57-8
  35. Ramadan (2007), σελ. 82
  36. Βλ. και Κοράνιο, 9
  37. Encyclopedia of Islam, σελ. 367
  38. F.E. Peters (1994), A Reader on classical Islam, Princeton University Press, σελ. 74-75
  39. Encyclopedia of Islam, σελ. 367
  40. Nasr, ό.π., σελ. 50-51
  41. Gabriel (2007), σελ. 72
  42. Ramadan (2007), σελ. 96
  43. Watt (1956), σελ. 2
  44. Gabriel (2007), σελ. 74
  45. Encyclopedia of Islam, σελ. 369
  46. Gabriel (2007), σελ. 93
  47. Βλ. Gabriel (2007), σελ. 100. Διαφορετικές πηγές παραδίδουν διαφορετικές εκτιμήσεις για τις απώλειες.
  48. Ramadan (2007), σελ. 107
  49. Gabriel (2007), σελ. 103
  50. Watt (1956), σελ. 15
  51. Encyclopedia of Islam, σελ. 370
  52. Gabriel (2007), σελ. 124
  53. Gabriel (2007), σελ. 124
  54. Gabriel (2007), σελ. 132
  55. Montgomery (1956), σελ. 36, πρβλ. Gabriel (2007), σελ. 132-33
  56. Gabriel (2007), σελ. 142

Πηγές

  • Bosworth, C.E, Van Donel, E., Heinrichs, W.P., Pellat, Ch. (1991). The Encyclopedia of Islam, Vol. 7, E.J. Brill, Leiden
  • Gabriel, Richard A. (2007). Muhammad: Islam’s first great general, University of Oklahoma Press
  • Muhammad Husayn Haykal (2005). The Life of Muḥammad, Islamic Book Service
  • McAuliffe, Jane Dammen, ed. (2001). Encyclopedia of the Qur'an. Brill
  • Meri, Josef (2006). Medieval Islamic civilization: an encyclopedia, Routledge
  • Ramadan, Tariq (2007). In the footsteps of the prophet: lessons from the life of Muhammad, Oxford University Press
  • Turner, Colin (2006). Islam, Routledge
  • Watt, W. Montgomery (1953). Muhammad at Mecca, Oxford University Press
  • Watt, W. Montgomery (1956). Muhammad at Medina, Oxford University Press

Δικτυακοί τόποι

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

read more "Μωάμεθ"
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...